Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Αρχαία ελληνική Τεχνολογία - Καθημερινός βίος - Αρχαία Οικία (Β)

Το άρθρο αυτό αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου με τίτλο "Αρχαία ελληνική Τεχνολογία - Καθημερινός βίος - Αρχαία Οικία (Α)" και αναφέρεται στη διαρρύθμιση των εσωτερικών χώρων της Αρχαίας κατοικίας. Η σειρά των άρθρων αυτών αποτελεί μια αξιόλογη εργασία του επιστημονικού προσωπικού του Τεχνικού Μουσείου Θεσσαλονίκης και του Κέντρου Διάδοσης Επιστημών και Μουσείου Τεχνολογίας, στο πλαίσιο του Ε.Π. Κοινωνία της Πληροφορίας, σε θέματα σχετικά με τις εξελίξεις της τεχνολογίας στην Αρχαία Ελλάδα, τις τομές και τα επιτεύγματα που άλλαξαν ριζικά τη ζωή των ανθρώπων σε όλα τα επίπεδα: στην παραγωγή, στην κατανάλωση τροφής, στην ένδυση, στις συνθήκες διαβίωσης,  στην επιστήμη και τον πολιτισμό.

Το αίθριο
Η αυλή στο αρχαίο σπίτι ήταν η βασική πηγή φωτός για τα γύρω δωμάτια, αλλά και ένας ζωτικός χώρος που έδινε τη δυνατότητα σε πολλές οικογενειακές δραστηριότητες να πραγματοποιούνται εκεί, παρέχοντας ταυτόχρονα απομόνωση από τον έξω κόσμο. Η θέση της αυλής ήταν πάντα στα βόρεια, έτσι ώστε τα κύρια δωμάτια στα βόρεια της αυλής, τα διαιτητήρια, να βλέπουν πάντα προς το νότο.

Η αυλή διαμορφωνόταν έτσι ώστε να διαθέτει δωμάτια και στις τρεις και σπανιότερα και στις τέσσερις πλευρές της. Το δάπεδό της ήταν από ανθεκτικά και σχετικά φτηνά υλικά, συνήθως από βότσαλα ή από τσιμέντο -υλικό χαρακτηριστικό στα σπίτια της Πριήνης- ή ακόμη από μωσαϊκό, χαρακτηριστικό στα καλύτερα σπίτια της Δήλου. Για την αποστράγγιση των υδάτων της αυλής υπήρχε πρόβλεψη μέσω της κλίσης του εδάφους προς μία κατεύθυνση, ώστε να αδειάζουν τα νερά στο δρόμο ή στο διπλανό άνοιγμα, απευθείας, μέσω ενός καναλιού από βότσαλο ή μέσω αυλακώσεων από πέτρα, συχνά μέσα από σωλήνες που κατέβαιναν από τις σκεπές. Δεξαμενές νερού βρέθηκαν στα 7 από τα 8 σπίτια της Ολύνθου.
Βωμοί υπήρχαν επίσης στις αυλές προς τιμήν του Έρκειου Δία, η θέση των οποίων υποδηλώνεται συνήθως από την παρουσία μίας βάσης ή ενός κενού χώρου στο δάπεδο.

Τα Porticoes της αυλή
Tο portico ήταν ο διάδρομος με σκεπή και κολόνες που αναπτύσσονταν σε μία ή και περισσότερες πλευρές της αυλής. Ο χώρος αυτός χρησίμευε ως μέσον επικοινωνίας ανάμεσα στα δωμάτια παρέχοντας φυσικό φως, αέρα και προστασία από τη βροχή. Στην πράξη τα σημεία αυτά αποτελούσαν χώρους καθημερινής κατοίκησης και έφεραν επίχρισμα κονιάματος. Πολύ λίγα σπίτια είχαν απλή αυλή χωρίς porticoes. Στην Όλυνθο porticoes συναντώνται στις δύο πλευρές της αυλής, στα ανατολικά και βόρεια, σε τρεις περιπτώσεις οικιών, σε τρεις πλευρές, στα ανατολικά τα δυτικά και τα βόρεια, σε μία περίπτωση, ενώ σε δύο περιπτώσεις, στη Villaκαι στο Σπίτι του Κωμικού porticoes διαμορφώνονται και στις τέσσερις πλευρές, σχηματίζοντας πλήρες περιστύλιο.

Αυλή με παστάδα
H παστάδα είναι το βόρειο portico, που συνήθως σημαίνει το μοναδικό και το πιο σημαντικό. Το σπίτι διέθετε μία κιονοστοιχία στη βόρεια πλευρά της αυλής όπου διαμορφώνονταν ο χώρος της παστάδας, όπου και ανοίγονταν τα σημαντικότερα δωμάτια, με την πιο προσεγμένη διακόσμηση. Στα πιο απλά σπίτια η παστάδα είχε 3-4 κολόνες, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις κάλυπτε όλο το εύρος του σπιτιού.
Στην Πέλλα πέρα από τα πολύ μεγάλα σπίτια υπήρχαν και άλλα μικρότερα σε εμβαδόν, ανήκοντα σε μέσους μάλλον αστούς, με εσωτερική αυλή, χωρίς όμως περιστύλιο, αλλά με πλατύ στεγασμένο διάδρομο στο βόρειο άκρο της αυλής, την παστάδα, η οποία κατελάμβανε όλο το πλάτος του σπιτιού και χωριζόταν από την αυλή με κίονες ή πεσσούς. Πίσω από το διάδρομο αυτό βρίσκονταν τα καθημερινά δωμάτια του σπιτιού, ενώ οι ανδρώνες τοποθετούνταν στα δεξιά ή στ' αριστερά της αυλής.
Το εμβαδόν των οικιών με παστάδα κυμαίνονταν γύρω στα 400τ.μ. Η διακόσμησή τους δεν ήταν τόσο πολυτελής όσο αυτών με τα περιστύλια, γι' αυτό θεωρούμε ότι τα σπίτια αυτά ανήκαν στη μεσαία τάξη. Ο τύπος των σπιτιών με παστάδα ήταν πολύ συνήθης στην Όλυνθο και την Πέλλα, πολύ αγαπητός στη Μακεδονία γενικότερα, καθώς η παστάδα με προσανατολισμό προς νότο, προστατευμένη από τους ανέμους δημιουργούσε ένα θαυμάσιο χώρο για χειμώνα και καλοκαίρι. Ο Ξενοφών αναφέρει χαρακτηριστικά (ΙΙΙ, 8, 8-10)
«εν ταις προς μεσημβρίαν βλεπούσαις οικίαις του μεν χειμώνος ο ήλιος εις τας παστάδας υπολάμπει, του δε θέρους υπέρ ημών αυτών και των στεγών πορευόμενος σκιάν παρέχει».
1 Σιγανίδου Μ., Η ιδιωτική κατοικία στην Πέλλα, Αρχαιολογία 1982.

Αυλή με πλήρες περιστύλιο
H εμφάνιση του περιστυλίου στην εσωτερική αυλή αποτελούσε την πιο σημαντική αρχιτεκτονική εξέλιξη της οικιακής αρχιτεκτονικής. Στην Όλυνθο δύο σπίτια φέρουν ολοκληρωμένο περιστύλιο, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα οι στοές, τα porticoes, να είναι πιο στενές σε όλες τους τις πλευρές. Το χτίσιμο ενός πλήρους περιστυλίου είχε άμεση σχέση με το κόστος, αλλά και το διαθέσιμο χώρο της οικίας. Η διαμόρφωση του περιστυλίου είχε ως αποτέλεσμα τη μεταφορά του ανδρώνα και του προθάλαμού του από την παραδοσιακή του θέση κοντά στην είσοδο στα νότια, στη βορειοδυτική γωνία της αυλής. Οι δύο ξύλινες παραστάδες που άνοιγαν την παστάδα στην αυλή έγιναν πια τα δύο βορειοδυτικά στηρίγματα του δεκάστυλου περιστυλίου. Τα κιονόκρανα αυτού του περιστυλίου ήταν συνήθως ξύλινα ή κάποιες φορές και κατασκευασμένα από τοπικούς λίθους. Σε μερικά σπίτια χτισμένα μετά το 379 π.Χ. τα περιστύλια ήταν μέρος της αρχικής δομής. Πάντως είναι σίγουρο πως το περιστύλιο από τα μέσα του 4ου αιώνα συναντάται πολύ συχνότερα, όπως επίσης και τα μωσαϊκά δάπεδα των ανδρώνων.

Ο ανδρών
Ανδρώνες βρέθηκαν και ταυτίστηκαν σε διάφορες ελληνικές πόλεις, όπως στην Όλυνθο, την Κόρινθο, την Αθήνα, τη Δήλο (οι λεγόμενοι οίκοι*), την Ερέτρια, την Πριήνη (οίκοι με προστάδα), την Αίγινα, τη Δημητριάδα. Ο ανδρών ήταν το δωμάτιο με τις κλίνες, όπου και υλοποιούνταν τα συμπόσια του σπιτιού. Το συμπόσιο, μία ιδιαίτερα αγαπητή αρχαιοελληνική πρακτική, αφορoύσε τη συνήθεια των ανδρών να τρώνε ανακεκλιμένοι, συχνά με την παρουσία εταίρων, επιδιδόμενοι σε οινοποσία, αλλά και σε διάφορες άλλες μορφές διασκέδασης. Η ανάγκη για ανάκλιση κατά τη διάρκεια του δείπνου είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ειδικού χώρου με συγκεκριμένη μορφή και διαστάσεις. Ο χώρος αυτός μαζί με τον προθάλαμό του ήταν αποκλειστικά για τους άνδρες κατοίκους - ιδιοκτήτες των οικιών, αλλά και για τους άνδρες καλεσμένους τους, εξασφαλίζοντας στους συμμετέχοντες πλήρη απομόνωση, καθώς η είσοδος στο χώρο γινόταν συνήθως μέσω της αυλής. Ο ανδρώνας των ιδιωτικών κατοικιών ήταν τα αντίστοιχα εστιατόρια των ιερών ή των δημόσιων χώρων.
Ο ανδρών ήταν ένα σχεδόν τετράγωνο δωμάτιο στο οποίο οι κλίνες τοποθετούνταν κατά μήκος των τεσσάρων τοίχων και μάλιστα επάνω σε υπερυψωμένο δάπεδο. Το υπερυψωμένο στις τέσσερις πλευρές δάπεδο, διαμόρφωνε έτσι μία πλατφόρμα που χρησίμευε ως βάση για τα ανάκλιντρα. Η είσοδος του ανδρώνα βρισκόταν όχι στον άξονα του δωματίου, αλλά μετατοπισμένη είτε προς τα δεξιά είτε προς τ' αριστερά, ώστε να χωράει κατάλληλα δίπλα από την πόρτα στον τοίχο, ένα από τα ανάκλιντρα της αίθουσας.
Σημαντικές πληροφορίες για τους ανδρώνες της αρχαιότητας παίρνουμε από τα λείψανα των αρχαίων οικιών που έχουν έρθει στο φως, όπως για παράδειγμα από τα σπίτια της Ολύνθου, όπου ο συνήθης ανδρώνας ήταν περίπου τετράγωνος, 25 τ.μ., με χωρητικότητα 7 κλινών. Κάθε ανάκλιντρο είχε χώρο για δύο άντρες που κάθονταν ακουμπισμένοι στον αριστερό τους αγκώνα. Οι πιο συνήθεις τύποι ανδρώνων της αρχαιότητας ήταν ο επτάκλινος (20τ.μ., με μήκος πλευράς 4,5μ) σε χρήση κυρίως στην αρχαϊκή και κλασική περίοδο, ο εντεκάκλινος (42τ.μ., με μήκος πλευράς 6,5μ.) από την αρχαϊκή περίοδο μέχρι τους ελληνιστικούς χρόνους, αλλά και ο τρίκλινος, ο πιο μικρός ανδρών με τις τρεις κλίνες. Ανδρώνες υπήρχαν επίσης και με πέντε, δώδεκα, δεκατρείς ή και περισσότερες κλίνες.
Σε πολλές περιπτώσεις, επειδή ο συγκεκριμένος χώρος ήταν για τη φιλοξενία των επισκεπτών, μπορούσε να βρίσκεται κοντά στην κύρια είσοδο και έτσι τα παράθυρά του πιθανόν να κοιτούσαν προς το δρόμο. Όταν δεν χρησιμοποιούνταν για κάποια γιορτή, πιθανόν χρησιμοποιούνταν κανονικά από την οικογένεια. Σε πολλούς ανδρώνες ανακαλύφθηκαν μωσαϊκά, αλλά και πλούσια διακόσμηση στους τοίχους, ενώ από τις αρχαίες παραστάσεις βλέπουμε πως στο χώρο υπήρχαν και πολλά διακοσμητικά σκεύη. Το δάπεδο διακοσμούνταν συνήθως με ψηφιδωτά διαφόρων σχεδίων, συνήθως με ποικίλα διακοσμητικά μοτίβα και πιο σπάνια με σύνθετες παραστάσεις και μορφές, ενώ οι τοίχοι έφεραν ζωγραφική διακόσμηση με πολύχρωμα κονιάματα.
Η παρουσία του ανδρώνα στα σπίτια και των απλών πολιτών πρέπει να ιδωθεί ως μία πολιτική συνήθεια μέσα στα πλαίσια του δημοκρατικού πολιτεύματος, και όχι τόσο ως μία ιδιωτική υπόθεση πολυτέλειας και τρυφής. Παρόλα αυτά σ' αυτό το συγκεκριμένο δωμάτιο εμφανίστηκαν τα πρώτα δείγματα πολυτελούς διακόσμησης ως ένδειξη ατομικής ευημερίας.
*Οι ανασκαφείς της Δήλου προτιμούν τη χρήση του όρου «οίκος» για να περιγράψουν το δωμάτιο που εξυπηρετούσε την ίδια χρήση με αυτό του ανδρώνα, αν και χωρίς την προαναφερθείσα πλατφόρμα.

 Ο Γυναικωνίτης
 Ο σαφής διαχωρισμός των ρόλων μεταξύ ανδρών και γυναικών στην αρχαιότητα είχε αντίκτυπο και στη διαμόρφωση των χώρων της κατοικίας, με την ύπαρξη κοινών, αλλά και ξεχωριστών δωματίων για τους άντρες και τις γυναίκες του σπιτιού, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει πως ο διαχωρισμός των φύλων σ' ένα σπίτι ήταν κάτι ξεκάθαρο και απόλυτο.
Στα πλούσια σπίτια οι γυναίκες περιορίζονταν στα διαμερίσματα αυτά τα οποία ήταν αρκετά μακριά από την είσοδο, το λεγόμενο γυναικωνίτη, τους χώρους δηλαδή όπου ύφαιναν, έγνεθαν, φρόντιζαν και καμιά φορά κοιμόντουσαν μακριά από τους άντρες τους, ενώ στα μικρότερα σπίτια ίσως δούλευαν και ξεκουράζονταν σ' ένα δεύτερο πάτωμα. Στις αστικές οικίες υπήρχαν δύο ζώνες σαφώς διαχωρισμένες, αυτή της Εστίας με βάση της το τζάκι και το σπίτι και αυτή του Ερμή ο οποίος προστάτευε το κατώφλι και όλα τα μονοπάτια που ξεκινούσαν από αυτό.
Στις πηγές συχνά αναφέρεται η λέξη γυναικωνίτης για τα σπίτια της Αθήνας του 5ου και 4ου αιώνα. Για τη θέση του πολλά έχουν ειπωθεί, πώς ίσως ήταν χώρος με δική του εσωτερική αυλή και δωμάτια γύρω γύρω, πώς ήταν μία σειρά δωματίων στα οποία έμπαινες από μία πόρτα από την αυλή ή πώς ήταν ένας χώρος στο δεύτερο όροφο της οικίας. Πάντως ό,τι από αυτά κι αν ίσχυε, ο γυναικωνίτης ήταν ένας χώρος με ασφαλή πόρτα, που ταυτόχρονα έδινε τη δυνατότητα άμεσης εποπτείας του νοικοκυριού και της οικοσκευής. Στο ερώτημα της θέσης του γυναικωνίτη μέσα στο αρχαίο σπίτι τα αρχαιολογικά λείψανα δεν απαντάνε με βεβαιότητα.

Η κουζίνα
Από πολύ παλιά και πολύ συχνά υπήρχε ξεχωριστό δωμάτιο για το μαγείρεμα του φαγητού, με κυρίαρχο στοιχείο την εστία. Σε περιπτώσεις που δεν υπήρχε ξεχωριστή κουζίνα, χρησιμοποιούνταν φορητά μαγκάλια τα οποία μπορούσαν να τοποθετηθούν παντού γι' αυτό το σκοπό.
Υπολείμματα εστιών βρέθηκαν σε επτά σπίτια της Ολύνθου, με μεγάλες πλάκες ασβεστόλιθου, συχνά κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, συνήθως τέσσερις στον αριθμό, με σχήμα τετράγωνο ή ελαφρώς στενόμακρο, όπου άναβε η φωτιά. Εκεί βρέθηκαν υπολείμματα στάχτης και κόκαλα (f. 13, pl. 52.2). Τα δωμάτια αυτά ήταν απλά, με δάπεδο από πατημένο χώμα και τοίχους χωρίς επίχρισμα. Ο καπνός από το δωμάτιο έφευγε προφανώς μέσα από μία καπνοδόκη ή κάπνη όπως αναφέρεται στις πηγές. Τέτοια παραδείγματα εστίας βρέθηκαν στα σπίτια της Πριήνης, στον οίκο ή στην προστάδα ή πιο σπάνια στην αυλή.

Προθάλαμοι
Στην Όλυνθο βρέθηκαν τουλάχιστον έντεκα περιπτώσεις ανδρώνων με προθάλαμο. Επρόκειτο για δωμάτια ιδίου πλάτους με τον ανδρώνα, με δάπεδο από αμμοκονίαμα και τοίχους με επιχρίσματα ανάλογα με τα χρώματα του ανδρώνα. Ο χώρος αυτός παρείχε στον ανδρώνα την απαραίτητη απομόνωση, καθώς δεν μπορούσε κανείς να έχει μία απευθείας θέαση στο εσωτερικό του ανδρώνα από τις πόρτες του προθαλάμου.

Θέρμανση
Η θέρμανση των αρχαίων οικιών γινόταν με το μαγκάλι, μια συσκευή που στηριζόταν στην κατάκτηση της αρχής για τη δημιουργία ρεύματος αέρα. Τοποθετώντας την καύσιμη ύλη μέσα σ' ένα δοχείο επάνω σε τρίποδα, επάνω από ένα στρώμα φωτιάς και δημιουργώντας οπές στον πάτο του δοχείου, επιτυγχάνονταν η κυκλοφορία της καύσης και ο χώρος κάτω από την εσχάρα ή τις πέτρες της εστίας διαμόρφωνε ένα θάλαμο αέρος. Η φωτιά από μόνη της εξέπεμπε θερμότητα μέσω της ακτινοβολίας με αποτελεσματικότητα περίπου 20%, ενώ αντίθετα με τη χρήση του μαγκαλιού επιτυγχάνονταν αποτελεσματικότητα ως προς την απόδοση, σε βαθμό 70-80%.
Καθώς στη Μεσόγειο γενικότερα δεν υπήρχε και ιδιαίτερα μεγάλη ανάγκη για πάρα πολύ ζέστη, αυτές οι απλές συσκευές μπορούσαν για αιώνες να καλύψουν τις ανάγκες της οικίας για θέρμανση. Η ανάγκη όμως για τη θέρμανση μεγαλύτερων δημόσιων χώρων, παράλληλα με την εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού σε περιοχές εκτός μεσογειακής λεκάνης, οδήγησαν τους μηχανικούς των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων στην εφεύρεση κάποιων πιο αποτελεσματικών μέσων θέρμανσης.
Αν και μαγκάλια με ξύλα χρησιμοποιούνταν συχνά στην αρχαιότητα, το ξυλοκάρβουνο ήταν μία επίσης ιδιαίτερα δημοφιλής πρώτη ύλη. Τα φορητά μαγκάλια με το ξυλοκάρβουνο ήταν η βασική συσκευή θέρμανσης της αρχαιότητας. Επρόκειτο δηλαδή για δοχεία επάνω από μία πηγή φωτιάς καλυμμένη με πέτρες. Τα ξύλα για τη φωτιά δεν έβγαζαν καπνό, εκτός εάν είχαν δεχτεί ειδική επεξεργασία, ενώ σε συνδυασμό με τα μείγματα από τη διακόσμηση των τοίχων, μπορούσαν να προκαλέσουν επικίνδυνα αέρια, αν και τα παράθυρα και οι πόρτες σπάνια ήταν κλειστά στα σπίτια της αρχαιότητας. Τα μαγκάλια αυτά ανάβονταν έξω και μεταφέρονταν στο εσωτερικό της οικίας, αφού η φωτιά άναβε πρώτα για τα καλά.
Φωτισμός
Η μία βασική αρχή σε σχέση με τους ανδρώνες, ότι δηλαδή θα έπρεπε να γειτνιάζουν με δρόμο ή ανοιχτό χώρο τουλάχιστον στη μία πλευρά, εξυπηρετούσε προφανώς την ανάγκη για εκμετάλλευση κατά το δυνατόν του φυσικού φωτός που προέρχονταν από τα παράθυρα των ελεύθερων πλευρών. Το γεγονός ότι τα δείπνα παρατίθεντο κατά τις απογευματινές ώρες, καθιστούσε την ανάγκη αυτή μεγάλη, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα σε κάποιες περιπτώσεις δίπλα στις πόρτες της εισόδου του χώρου να ανοίγονται και παράθυρα, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στη Δήλο με δύο παράθυρα εκατέρωθεν της πόρτας προς την αυλή.

Αποχέτευση
Το δάπεδο του ανδρώνα, με μωσαϊκό ή όχι, διέθετε συνήθως ένα αποχετευτικό αυλάκι, με ευθείες ή στρόγγυλες παρειές, το οποίο περιέτρεχε την υπερυψωμένη πλατφόρμα, είτε στο ύψος της είτε κάτω από αυτό. Συνήθως το αποχετευτικό αυλάκι περνούσε μέσα από τον τοίχο του δωματίου και έβγαινε σε διπλανό δρόμο ή χωράφι. Σε αρκετές περιπτώσεις υπήρχε δεξαμενή περιγεγραμμένη με τσιμέντο, σαν αυτές που βρέθηκαν στα μπάνια, τοποθετημένη μέσα στην πλατφόρμα ή έξω από τον τοίχο. Η μεγαλύτερη από αυτές τις δεξαμενές της Ολύνθου είχε 0,50μ. διάμετρο και 0,20μ. βάθος, γεγονός που φανερώνει ότι χρησιμοποιούνταν για τη συγκέντρωση του νερού που χύνονταν κατά τη διάρκεια του καθαρισμού του δαπέδου, αλλά και για τη συγκέντρωση οποιουδήποτε υγρού έπεφτε στο πάτωμα κατά τη διάρκεια του συμποσίου, με το παιχνίδι του κοττάβου ή και με τις χοές.

Διακόσμηση
Οι τοίχοι των ανδρώνων ήταν σχεδόν πάντα χρωματισμένοι, άλλοτε με τη χρήση ενός και μοναδικού χρώματος το οποίο κάλυπτε συνολικά τους κάθετους τοίχους, με πιο συνήθη χρώματα το ερυθρό, το λευκό, το κυανό και την ώχρα και άλλοτε πάλι μέσω ενός συνόλου οριζοντίων ζωνών. Επρόκειτο είτε για μία τριμερή οριζόντια διάταξη είτε για μία διάταξη σε πέντε οριζόντιες ζώνες οι οποίες διαχωρίζονταν μεταξύ τους με τη χρήση διαφορετικών χρωμάτων ή μέσω χάραξης ή και με την ανάγλυφη απόδοση ορισμένων από αυτές.
Στην Όλυνθο σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις οι τοίχοι ήταν επιχρισμένοι με γυψοκονίαμα συνήθως της καλύτερης ποιότητας, πολύ καλά επεξεργασμένο. Το ερυθρό ήταν το πιο σύνηθες χρώμα το οποίο κάλυπτε ολόκληρο τον τοίχο, με μία λεπτή λευκή ή μαύρη βάση ή μία λευκή ταινία με κίτρινη βάση. Σε μία μόνο περίπτωση χρησιμοποιούνταν μόνο μαύρο χρώμα και σε μερικές περιπτώσεις το κονίαμα αφήνονταν αχρωμάτιστο. Το πιο καλό παράδειγμα ανδρώνα ως προς τη διακόσμηση ήταν αυτό της λεγόμενης Βίλας της Ολύνθου (οικία ν. 28).
Από διάφορες πόλεις σώζονται μωσαϊκά δάπεδα ανδρώνων, όπως για παράδειγμα από τον Πειραιά, την Όλυνθο, την Ερέτρια, την Κόρινθο, την Πέλλα και αλλού, γεγονός που σημαίνει πως από τον 4ο αιώνα και εξής σε διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου παρατηρείται μία τάση για πολυτέλεια στην ιδιωτική αρχιτεκτονική, καθώς και μία διακοσμητικότητα των ιδιωτικών χώρων συμποσίου.
Κατά την ελληνιστική περίοδο είναι προφανές ότι οι κάτοικοι μιας πόλης της περιόδου προέβαλλαν τον πλούτο και την ευημερία τους μέσω της διακόσμησης και του εξοπλισμού της οικίας τους και βασικά του ανδρώνα της. Επρόκειτο για το χώρο όπου γίνονταν τα μεγαλύτερα έξοδα ως προς τη διακόσμηση και τον εξοπλισμό, υπό το φως των λυχναριών τη νύχτα, με το δάπεδο διακοσμημένο με παραστάσεις και τις κλίνες γύρω γύρω, στρωμένες και διακοσμημένες με πολυτελή στρωμνή, μαξιλάρια και υφάσματα με ποικίλα γεωμετρικά σχήματα.
Πλούσια χρωματισμένες πήλινες μάσκες, σάτυροι, σειληνοί, καρικατούρες θεάτρου θα κρέμονταν επάνω στους επιχρισμένους τοίχους ή επάνω στις ανάγλυφες από στούκο ζωφόρους ή άλλες πάλι φορές μία ζωφόρος θα παρείχε στον ανακλινόμενο θεατή τη θέαση ζωντανών μορφών, μασκοφόρων και χειρονομούντων ηθοποιών. Από κάτω θα υπήρχε πιθανόν μία κιονοστοιχία από στούκο, σαν λευκό μάρμαρο στο γαλάζιο ουρανό και πάνω απ' όλα αυτά ένα πολύχρωμο ύφασμα με πτυχώσεις να κρέμεται από το ταβάνι ή μία οροφή με χρωματιστά φατνώματα. Πήλινα ειδώλια Κενταύρων που παίζουν λύρα, σάτυροι ή άλλες σχετικές μορφές με το συμπόσιο θα τοποθετούνταν σίγουρα σε ράφια ή σε κόγχες και ιπτάμενοι Έρωτες μπορεί να κρέμονταν από την οροφή με κορδέλες. Κάπου στο δωμάτιο ένας χάλκινος ή πήλινος στιλβωμένος κρατήρας θα χρησιμοποιούνταν για το κρασί.
Μικρά αγαλματίδια θεοτήτων βρέθηκαν στις οικίες της ελληνιστικής περιόδου, συνδεδεμένα προφανώς με την οικιακή λατρεία, τοποθετημένα σε κόγχες, ράφια ή μαρμάρινα βάθρα. Στη Δήλο παρ' όλα αυτά έχουν βρεθεί και θραύσματα
Οροφές

Λίγα γνωρίζουμε για τις οροφές των ελληνικών σπιτιών. Σε φτωχότερες κατοικίες κλασικής και ελληνιστικής περιόδου τα ξύλινα δοκάρια αφήνονταν προφανώς εκτεθειμένα. Σε πλουσιότερα σπίτια είναι σχεδόν σίγουρο ότι τουλάχιστον οι οροφές των αδρώνων και αργότερα και των κύριων οίκων διακοσμούνταν με κάποιο τρόπο. Σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρχαν πιθανόν ξύλινα φατνώματα. Επιπλέον τα ζωγραφισμένα σχέδια των οροφών που προέρχονταν από υφάσματα κάποιων τάφων της κλασικής και ελληνιστικής εποχής υποδηλώνουν, πως μπορεί να υπήρχε η συνήθεια στα σπίτια να κρεμάνε υφάσματα όχι μόνο στους τοίχους αλλά και επάνω στα ταβάνια, για να καλύπτουν τα δοκάρια. Τα υφάσματα αυτά θα ήταν κρεμασμένα και καρφιτσωμένα για να κρέμονται σαν θόλοι. Κάτι τέτοιο θα ήταν σίγουρα πιο πρακτικό σε δωμάτια με ψηλό ταβάνι.

Επιστημονική Επιμέλεια : Δρ Κώστας Νικολαντωνάκης, Βάλεια Αμοιρίδου

Οικίες

  1. Barr - SharrarB.,"The Hellenistic House" 59-67, στο Hellenistic Art in the Walters Art Gallery, 1988 (επιμ. E. D. Reeder).
  2. Blanck H., Εισαγωγή στην Ιδιωτική Ζωή των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, 2004 (μτφρ. Α. Μουστάκα).
  3. Hoepfner W. - Schwandner E. L.,Haus und Stadt im klassischen Griechenland. Wohnen in der klassischen Polis, I, 1986.
  4. MiddletonH., Η κατοικία στην αρχαία Ελλάδα, 2002.
  5. Nevett L.,House and Society in the ancient Greek world, 1999.
  6. Rider Bertha Carr,The Greek house: its history and development from the neolithic period to the Hellenistic age, 1916.
  7. Robinson D. M., Graham W. J.,Olynthus VIII, 1938, The Hellenistic House.
  8. W. MullerWiener, Η Αρχιτεκτονική στην Αρχαία Ελλάδα, 1995, (μτφρ. Σμιτ Δούνα Μπ.)
  9. Μακαρόνας Χ., Γιούρη Ε., Οι οικίες της Αρπαγής της Ελένης και του Διονύσου της Πέλλας, 1989.
  10. Σιγανίδου Μ.,Η ιδιωτική κατοικία στην Πέλλα, 31-36, Αρχαιολογία, 1982.
ΠΗΓΗ:http://www.tmth.gr/component/content/article/64-arxaia-elliniki-technology/353-arxaia-katoikia-b

Αρχαία ελληνική Τεχνολογία - Καθημερινός βίος - Αρχαία Οικία (Α)

Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία
Μια ιδιαίτερα βασική πλευρά της ζωής των αρχαίων Ελλήνων, λιγότερο ίσως γνωστή από την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία και θρησκεία ή τη στρατιωτική ιστορία των αρχαίων Ελλήνων, είναι η τεχνολογία. Ένας πολιτισμός όμως δεν προσπελαύνεται χωρίς την κατανόηση βασικών κοινωνικών φαινομένων όπως η Οικονομία και η Τεχνολογία που την στηρίζει. Φαίνεται δε ότι αυτή η Τεχνολογία των αρχαίων Ελλήνων δεν ήταν πρώτη στις προτιμήσεις των μελετών μας, ούτε και περιέχεται στη διδασκαλία της αρχαιοελληνικής Ιστορίας στα σχολεία μας.
Το Τεχνικό Μουσείο, αρχικά και το Κέντρο Διάδοσης Επιστημών και Μουσείο Τεχνολογίας (ΚΔΕΜΤ), στη συνέχεια, ανάδειξαν το θέμα της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας, με την οργάνωση εκθέσεων, συνεδρίων και άλλων εκδηλώσεων, καθώς και με την έκδοση αριθμού σχετικών συγγραμάτων.
Στο πλαίσιο αυτών των ενδιαφερόντων, το επιστημονικό προσωπικό του ΚΔΕΜΤ εκπόνησε μία αξιόλογη εργασία, στο πλαίσιο του Ε.Π. Κοινωνία της Πληροφορίας, με θέματα σχετικά με τις εξελίξεις της τεχνολογίας στην Αρχαία Ελλάδα, τις τομές και τα επιτεύγματα που άλλαξαν ριζικά τη ζωή των ανθρώπων σε όλα τα επίπεδα: στην παραγωγή, στην κατανάλωση τροφής, στην ένδυση, στις συνθήκες διαβίωσης , στην επιστήμη και τον πολιτισμό. Η εργασία περιλαμβάνει τεκμηρίωση, ανάπτυξη ψηφιακής συλλογής και δημιουργία θεματικής Πύλης. Το έργο εμπλουτίσθηκε με 3D αναπαραστάσεις και άλλο οπτικοακουστικό υλικό.
Λόγω του ενδιαφέροντος που επιδεικνύεται από τους επισκέπτες της ιστοσελίδας για τα θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας, αποφασίσθηκε να παρουσιάζονται περιοδικά ενδιαφέροντα αποσπάσματα από την εργασία αυτή. 
                                                                                                                                                                                     ΙΕΠ

 Πολεοδομία και κατοικία
Στα κλασικά χρόνια, χαρακτηριστική υπήρξε η αντίθεση ανάμεσα στις απλές, αστικές κατοικίες που συνενώνονταν μεταξύ τους σε οικοδομικά τετράγωνα και τα πολυτελή θαυμαστά δημόσια κτίρια, απόρροια της ιδεολογίας της εποχής η οποία ήθελε τα οικιακά ζητήματα να είναι υποδεέστερα των κοινών, πολιτικών, κοινωνικών και θρησκευτικών ζητημάτων της πόλης. Ορισμένες αρχαίες πόλεις, όπως ο Πειραιάς και η Όλυνθος ήταν χτισμένες βάσει του λεγόμενου Ιπποδάμειου πολεοδομικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο οι περιοχές στις οποίες δεν υπήρχαν δημόσια οικοδομήματα, αλλά ιδιωτικές κατοικίες, διαμορφωνόταν σε ορθογώνια οικοδομικά μπλοκ τα οποία διαχωρίζονταν μεταξύ τους με παράλληλους και κάθετους δρόμους. Τα αρχαία αθηναϊκά σπίτια της περιοχής της Αγοράς τα οποία έχουν έρθει στο φως από τις ανασκαφές, δεν διατάσσονται σε κανονικά οικοδομικά τετράγωνα, αντίθετα απ' ότι συνέβαινε στις πόλεις που ακολουθούσαν το Ιπποδάμειο σύστημα, οι οποίες χαρακτηρίζονται από έναν αξιοσημείωτο πολεοδομικό σχεδιασμό.
«ολόκληρη η Αθήνα είναι μία άσχημα ρυμοτομημένη πόλη. Τα περισσότερα σπίτια είναι ευτελή, ενώ τα κατάλληλα για κατοίκηση είναι λίγα».

Πλούσια και φτωχά σπίτια
Στις πόλεις τα σπίτια θα πρέπει να ήταν συγκεντρωμένα πολλά μαζί σε οικοδομικά συγκροτήματα, ενώ από αυτά έχουν σωθεί κυρίως τα πέτρινα θεμέλια, καθώς οι τοίχοι και οι σκεπές έχουν καταστραφεί με το πέρασμα των χρόνων. Επειδή τα σπίτια των πλουσίων ήταν χτισμένα από πολύ πιο ανθεκτικά υλικά, οι αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν φέρει στο φως κυρίως λείψανα τέτοιων οικιών και πολύ λιγότερο τα κατάλοιπα των απλών σπιτιών τα οποία ήταν από ευτελή υλικά που χάθηκαν στο χρόνο.
Ο Δημοσθένης σχετικά με τις οικίες της Αθήνας αναφέρει ότι τα σπίτια των Αθηναίων πολιτικών δεν διέφεραν από αυτά των φτωχότερων κατοίκων της πόλης. Οι περισσότερες άλλωστε συναναστροφές των πολιτών πραγματοποιούνταν στις στοές, τα γυμνάσια και τα καταστήματα της Αγοράς. Οι ανασκαφές δεν έχουν αποκαλύψει ακόμη τα αριστοκρατικά, διώροφα σπίτια της Αθήνας του 5ου αιώνα.
Τα σπίτια των πλούσιων πολιτών στις αρχαίες πόλεις διέθεταν μπάνιο με υδραυλικό κονίαμα στους τοίχους, μωσαϊκά δάπεδα, μεγάλους χώρους, αλλά και είδη οικοσκευής τα οποία μαρτυρούσαν όλη τη σχετική πολυτέλεια. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά του Θεόφραστου ο οποίος περιγράφει το σπίτι ενός άπληστου ανθρώπου και λέει χαρακτηριστικά πως το σπίτι διέθετε πλήθος κατοικίδιων, όπως μαϊμουδάκι, πίθηκο, περιστέρια από τη Σικελία, σκύλους από τη Λακωνία, μια καρακάξα, ζάρια από κέρατα γαζέλας, μπαστούνια από τη Σπάρτη και περσικό χαλί.
Σημαντικές σχετικές πληροφορίες για την πλούσια οικιακή σκευή μας δίνουν οι επιγραφές από τον πλειστηριασμό των περιουσιών των εύπορων Αθηναίων οι οποίοι κατηγορήθηκαν για τον ακρωτηριασμό των Ερμών το 415 π.Χ. Από κει αντλούμε πληροφορίες για τη γη, την αξία των σπιτιών, τους σκλάβους, αλλά και τα αγγεία, τα ενδύματα, καθώς και τα υπόλοιπα πολύτιμα αντικείμενα τα οποία περιήλθαν στο θησαυροφυλάκιο της πόλης.

 Υλικά Κατασκευής
Τα περισσότερα σπίτια της αρχαιότητας ήταν χτισμένα από όχι ιδιαίτερα ανθεκτικά υλικά, όπως από τούβλα, πέτρες, ωμά πλιθιά και λάσπη. Οι Έλληνες κατά κύριο λόγο δεν έχτιζαν μεγάλα και εντυπωσιακά σπίτια, γεγονός το οποίο σχετιζόταν σε ένα βαθμό και με το ζεστό και ξηρό κλίμα του τόπου, που τους επέτρεπε να περνάνε αρκετό χρόνο έξω από αυτά. Αντίθετα, τα δημόσια κτίρια ήταν χτισμένα από πέτρα ή μάρμαρο, υλικά που συντελούσαν στην επιβλητικότητα, αλλά και στην κατοπινή διατήρησή τους στο χρόνο.
Κατά τον 5ο και 4ο αιώνα τα σπίτια τόσο στην πόλη, όσο και στην εξοχή χτίζονταν με ψημένα τούβλα με πηλοκονίαμα ως συνδετικό υλικό, επάνω σε πέτρινα θεμέλια. Διέθεταν στέγες με ξύλινα δοκάρια και σανίδες, που καλύπτονταν με κεραμίδια από ψημένο πηλό, σχιστόλιθους, πέτρινες πλάκες ή απλώς από κλαδιά και πηλό, ενώ τα προεξέχοντα γείσα της στέγης πρόσφεραν μία επιπλέον προστασία από τη βροχή. Οι εξωτερικοί τοίχοι, επιχρισμένοι με κονίαμα, διέθεταν μικρά, ψηλά, ακανόνιστα παράθυρα προς το δρόμο, με ξύλινα παντζούρια χωρίς τζάμι. Τα πατώματα ήταν από στερεοποιημένο χώμα. Στο πάτωμα, στους ανδρώνες, έχουν διασωθεί σε πολλές περιπτώσεις μωσαϊκά δάπεδα.

 Ο τύπος της αρχαίας ελληνικής κατοικίας
Η αρχαία ελληνική κατοικία χωρίζονταν στο ιδιωτικό και το επίσημο μέρος σύμφωνα με το Βιτρούβιο. Το επίσημο τμήμα του σπιτιού ονομάζονταν ανδρωνίτης και το ιδιωτικό γυναικωνίτης, χωρίς να χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τις γυναίκες, αλλά αποτελώντας ένα χώρο όπου όλη η οικογένεια περνούσε την ημέρα της.
Ως προς τον τύπο της αρχαίας κατοικίας, παρ' όλες τις διαφορές που υπήρχαν από τόπο σε τόπο, τα αρχαία ελληνικά σπίτια είχαν μεταξύ τους ορισμένα βασικά κοινά στοιχεία. Σχετικές πηγές πληροφοριών για μας σήμερα αποτελούν οι συνοικίες της Δήλου, της Πριήνης, της Ολύνθου, αλλά και της Πέλλας που έχουν έρθει στο φως, των οποίων οι οικίες καλύπτουν μία μεγάλη χρονικά περίοδο, έχοντας ως βασικό δομικό τους στοιχείο τη χαρακτηριστική εσωτερική αυλή, το αίθριο, τον ανοικτό δηλαδή εσωτερικό πυρήνα. Ενδιαφέρουσες πληροφορίες αντλούμε σχετικά και από την αρχαία γραμματεία, παρότι οι συγγραφείς αναφέρονται μόνο περιστασιακά στην ιδιωτική ζωή και στις κατοικίες της εποχής.
Η τυπική διάρθρωση των σπιτιών της αρχαιότητας από τα πρώιμα παραδείγματα μέχρι και τα μεταγενέστερα, με πρώτα σχετικά δείγματα τα μινωικά ανάκτορα, αφορά πρωτίστως τον πυρήνα της κεντρικής εσωτερικής αυλής, το Αίθριο δηλαδή, γύρω από το οποίο αναπτύσσεται το σπίτι. Το αρχαίο ελληνικό σπίτι είναι κατ' εξοχήν εσωστρεφές, με κάθε δυνατότητα πολυτέλειας να εξαντλείται στο εσωτερικό, ενώ το εξωτερικό παραμένει απλό και ακόσμητο με μικρά ανοίγματα για το φωτισμό. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα σπίτια των πλουσίων να μην διαφέρουν εξωτερικά από τα σπίτια των απλών αστών. Η αυλή αποτελούσε το κέντρο της ζωής της οικογένειας, χωρίς κήπο, συνήθως με κάλυψη από πέτρες ή ψηφιδωτά, λειτουργώντας ως βασική πηγή αερισμού και φωτισμού της οικίας. Μέσα στην αυλή υπήρχε συχνά το πηγάδι και πάντοτε ο βωμός -ορισμένες φορές μαρμάρινος- για την τέλεση της οικιακής λατρείας, ενώ εκεί πραγματοποιούνταν και διάφορες οικιακές εργασίες.
Από το αίθριο ξεκινούσαν και σ' αυτό ανοίγονταν κάποια από τα δωμάτια των κατοίκων, καθώς και τα δωμάτια των επισκεπτών. Η παρουσία δευτέρου ορόφου στις οικίες της κλασικής εποχής μαρτυρείται από τα κείμενα και τα αρχαιολογικά λείψανα. Στην Όλυνθο δεν είναι βέβαιο εάν ο δεύτερος όροφος κάλυπτε μία η περισσότερες πτέρυγες της οικίας, ενώ στη Δήλο κάλυπτε συνήθως όλες τις πτέρυγες. Στην οικία της Αρπαγής της Ελένης και στην Οικία του Διονύσου από την Πέλλα κάλυπτε μόνο τη βόρεια πτέρυγα, γεγονός που ερμηνεύει το σχετικό χωρίο του Ξενοφώντα. Η δίοδος προς τον επάνω όροφο γινόταν μέσω της αυλής, με αστέγαστες ξύλινες ή και με εσωτερικές προστατευόμενες σκάλες.
Στο σπίτι υπήρχαν καθημερινά δωμάτια, κρεβατοκάμαρες, αποθήκες, δωμάτιο για το μαγείρεμα, ίσως κάποιο μαγαζί με δική του είσοδο από το δρόμο, αλλά και γυμναστήρια και μπάνια σε σπίτια βέβαια πολυτελή τα οποία αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Γενικά ο προσανατολισμός του σπιτιού ήταν με πρόσωπο προς το νότο, μία πρακτική που περιγράφεται από τον Ξενοφώντα και τον Αριστοτέλη, γεγονός που έδινε τη δυνατότητα στην αυλή, τα βόρεια δωμάτια και τον επάνω όροφο να εκμεταλλεύονται το μέγιστο του φυσικού φωτός το χειμώνα και να αποφεύγουν τον πολύ ήλιο το καλοκαίρι, όταν ο αυτός βρίσκεται πολύ ψηλά.
Σημαντικές διαφοροποιήσεις ή εξελίξεις στις ιδιωτικές κατοικίες σημειώνονται μέσα στον 4ο αιώνα και κατόπιν στην ελληνιστική εποχή. Εξελίξεις οι οποίες μπορεί να αποτελούν δανεισμό ή επιδράσεις από τη δημόσια αρχιτεκτονική και έχουν να κάνουν με τις παράλληλες πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις της περιόδου.
Επιστημονική Επιμέλεια : Δρ Κώστας Νικολαντωνάκης, Βάλεια Αμοιρίδου
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Barr - SharrarB.,"The Hellenistic House" 59-67, στο Hellenistic Art in the Walters Art Gallery, 1988 (επιμ. E. D. Reeder).
  2. Blanck H., Εισαγωγή στην Ιδιωτική Ζωή των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, 2004 (μτφρ. Α. Μουστάκα).
  3. Hoepfner W. - Schwandner E. L.,Haus und Stadt im klassischen Griechenland. Wohnen in der klassischen Polis, I, 1986.
  4. MiddletonH., Η κατοικία στην αρχαία Ελλάδα, 2002.
  5. Nevett L.,House and Society in the ancient Greek world, 1999.
  6. Rider Bertha Carr,The Greek house: its history and development from the neolithic period to the Hellenistic age, 1916.
  7. Robinson D. M., Graham W. J.,Olynthus VIII, 1938, The Hellenistic House.
  8. W. MullerWiener, Η Αρχιτεκτονική στην Αρχαία Ελλάδα, 1995, (μτφρ. Σμιτ Δούνα Μπ.)
  9. Μακαρόνας Χ., Γιούρη Ε., Οι οικίες της Αρπαγής της Ελένης και του Διονύσου της Πέλλας, 1989.
  10. Σιγανίδου Μ.,Η ιδιωτική κατοικία στην Πέλλα, 31-36, Αρχαιολογία, 1982.
ΠΗΓΗ: http://www.tmth.gr/sciencerelated/64-arxaia-elliniki-technology/347-arxaia-oikia

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Οι ενδιαφέρουσες απόψεις του Γ. Καραμπελιά για το βαθύτερο νόημα της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους σταυροφόρους το 1204 μ. Χ.

 Γράφει ο Γιώργος Καραμπελιάς

Εισαγωγή


                                  

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                         Tο 1204 χρονολογία κατά την οποία κατεστράφη ολοσχερώς η Κωνσταντινούπολη, συμπαρασύροντας το χιλιόχρονο οικοδόμημα του Βυζαντίου– παραμένει σχεδόν άγνωστο ή αγνοημένο από τους περισσότερους Έλληνες[1]. Η παράδοξη, από πρώτη άποψη, αυτή αποσιώπηση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί δευτερεύον ή παρεμπίπτον συμβάν –ένα ακόμα από τα αναρίθμητα ελλείμματα του νεώτερου ελληνισμού– αλλά ενέχει τεράστιο ιδεολογικό και πολιτικό βάρος. 
 
Η απόκρυψη της σημασίας της πρώτης και καθοριστικής Άλωσης συσκοτίζει την ίδια τη διαδικασία συγκρότησης του νεώτερου ελληνισμού και της συνέχειάς του με τον βυζαντινό, καθώς, στην πραγματικότητα, το πρώτο «έθνος-κράτος» –ή κράτη– του νεώτερου ελληνισμού συγκροτείται κατά τη λεγόμενη υστεροβυζαντινή εποχή. Παράλληλα, και συναφώς, αυτή η παρασιώπηση συνεπάγεται την απόκρυψη των αποικιακού τύπου σχέσεων που εγκαθιδρύθηκαν έκτοτε ανάμεσα στους Δυτικούς κατακτητές και τους Έλληνες του ύστερου Βυζαντίου παραχαράσσοντας, επί πλέον, την ίδια την παγκόσμια ιστορία, ειδικότερα στο αποφασιστικό κεφάλαιο που αφορά στην αποικιοκρατική συγκρό­τηση της Δύσης. 
 
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           Η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου στη Δύση, η οποία επέτρεψε την ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού ορισμένους αιώνες αργότερα[2], θα εγκαινιαστεί εδώ, στην Ανατολή, και θα αφορά κατ’ εξοχήν στην απομύζηση του βυζαντινού χώρου και των αραβικών περιοχών από τις ιταλικές πόλεις –Βενετία και Γένουα κυρίως– και τους Φράγκους. Η πρώτη σύγχρονη αποικιακή αυτοκρατορία, η Βενετία[3], θα δημιουργηθεί λεηλατώντας τα ελληνικά εδάφη. Ιόνια, Πελοπόννησος, Κρήτη, Εύβοια, Κύπρος, Κυκλάδες, Σαλαμίνα, Αίγινα κ.λπ. θα αποτελούν για πολλά χρόνια ή και για πολλούς αιώνες τμήματα αυτού του νεώτερου αποικιακού σχηματισμού. Και το ίδιο θα συμβεί, σε μικρότερη κλίμακα, με τη Γένουα – Χίος, Λέσβος, Κριμαία, Γαλατάς κ.λπ. Ωστόσο, η ιστοριογραφία εξακολουθεί να θεωρεί ως απαρχή της αποικιακής εξάπλωσης τις πορτογαλικές και ισπανικές επιδρομές στην Αφρική, την Ασία και τον Νέο Κόσμο, τρεις ή τέσσερις αιώνες μετά! 
 
Η συσσώρευση πλούτου απ’ όλο τον υπόλοιπο κόσμο και ο έλεγχος του παγκόσμιου εμπορίου πραγματοποιείται από τους Δυτικούς σε όλη τη μακρά περίοδο που αρχίζει από τον 11ο αιώνα, φθάνει μέχρι τον 18ο και κορυφώνεται με την αποικιοκρατία τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ού, όταν πια η πρωταρχική αποικιακή συσσώρευση θα συνδυαστεί και με τη βιομηχανική παραγωγή. Η μετατροπή της Δύσης –που έβγαινε από τον Μεσαίωνα– σε κυρίαρχη δύναμη προϋπέθετε την υφαρπαγή του συσσωρευμένου πλούτου και τον έλεγχο του εμπορίου του ευρύτερου ελληνικού και αραβικού κόσμου, ούτως ώστε να μεταφερθεί το κέντρο βάρους της Ευρώπης από την Ανατολή στη Δύση και από τη Μεσόγειο στον Βορρά. Αποφασιστικός ενδιάμεσος σε αυτή τη διαδικασία υπήρξαν η Βενετία και οι λοιπές αποικιακές ιταλικές πόλεις· στη συνέχεια, ακολούθησαν και πάλι χώρες της μεσογειακής και νότιας Ευρώπης, η Ισπανία και η              Πορτογαλία στην Ιβηρική, που θα καταστήσουν παγκόσμια την αποικιακή εξόρμηση, ενώ πολύ αργότερα θα έλθουν η Γαλλία, η Ολλανδία, η Φλάνδρα και εν τέλει η Αγγλία, που θα εγκαινιάσει και τον βιομηχανικό καπιταλισμό. 
 
Καθόλου τυχαία και σχεδόν εντελώς συμβολικά, σε αυτή την πρώτη μεγάλη αποικιακή εξόρμηση, που έγινε υπό το έμβλημα του ιερού πολέμου, συμμετείχε συνασπισμένη ολόκληρη η Δύση: Ιταλοί και Φράγκοι προπαντός (ο Βαλδουίνος, Φράγκος «βασιλιάς» της Κωνσταντινούπολης, είναι πρόγονος της βασιλικής οικογένειας του Βελγίου), Νορμανδοί και Άγγλοι (ο Ριχάρδος ο «Λεοντόκαρδος» κατέλαβε την Κύπρο), Ισπανοί και Καταλανοί (πασίγνωστη η ληστρική δράση της «Καταλανικής Εταιρείας»), Ναβαρραίοι κ.λπ. Και βέβαια, πανταχού παρόντες οι Λατίνοι κληρικοί και οι μοναχοί από όλα τα δυτικά μοναχικά τάγματα, με πρωτοστάτες τους Ιωαννίτες και Ναΐτες ιππότες, τους «πολεμιστές του Θεού». Θα δοκιμαστούν και θα εφαρμοστούν όλες οι μορφές της «πρωταρχικής συσσώρευσης» και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. 

Ληστεία και αρπαγή, στην οποία θα διακριθούν ιδιαίτερα οι Καταλανοί και τα μοναχικά τάγματα, φεουδαλική κατάτμηση και εκμετάλλευση των αγροτών, φυτείες ζαχαροκάλαμου στην Κύπρο και μαστιχόδενδρων στη Χίο, έλεγχος και εκμετάλλευση της βιοτεχνικής παραγωγής και του εμπορίου, με πρωτοστάτες τους Ιταλούς. Εξ άλλου, στις απαρχές της συγκρότησης της Δύσης, απαιτούνταν όλες οι δυνάμεις της συνασπισμένες, για να διαμελίσουν, να υποτάξουν και να απομυζήσουν την ελληνική Ανατολή, αυτό το μυθικό Βυζάντιο που φάνταζε στα μάτια τους ως το κέντρο του πλούτου και του πολιτισμού. Γι’ αυτό, και παρά τις αντιθέσεις μεταξύ τους ως προς τη διανομή της λείας, θα μείνουν συνασπισμένοι ως το τέλος, απέναντι στους «αιρετικούς» ορθόδοξους, σε μια πρώτη «πειραματική» εκδοχή ιμπεριαλιστικής συμμαχίας.
 
Η συγκρότηση, λοιπόν, της ευρωπαϊκής Δύσης είχε ως πρώτο ιστορικό αναβαθμό την υποταγή και τη λεηλασία της ευρωπαϊκής Ανατολής. Άλλωστε η Δύση διέθετε ένα εξαιρετικό πλεονέκτημα: δεν αντιμετώπιζε κανέναν κίνδυνο από τα δυτικά της ενώ, από τα ανατολικά, το Βυζάντιο αποτελούσε για αιώνες τον κυματοθραύστη των απειλών. Αντιθέτως, το Βυζάντιο, ο ιστορικός ελληνικός χώρος, δεχόταν διαρκώς επιθέσεις και απειλές από Ανατολή και από Βορρά: Άβαροι, Σκύθες, Άραβες, Πετσενέγκοι, Βούλγαροι, μετά το 1071 οι Τούρκοι κ.ο.κ. Η Δύση είχε, έτσι, τη δυνατότητα να συσταθεί απερίσπαστη, μετά την ήττα των Αράβων στο Πουατιέ (το 732), και να στραφεί σταδιακώς προς Ανατολάς, κάτι που άλλωστε υπογραμμίζει ο μεγάλος βυζαντινολόγος Κλάους Όλερ:
 
Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποτέλεσε το ανάχωμα που προστάτευσε επί 1200 χρόνια τον πολιτισμό της Ευρώπης απέναντι στις εισβολές από Βορρά, Ανατολή και Νότο. Τα παλαιά τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, τα οποία ακόμα και σήμερα [ ] ακτινοβολούν υπερηφάνεια και μεγαλείο, αντιστάθηκαν σε κάθε εχθρό του Βυζαντίου ως την 29η Μαΐου 1453. Τότε η αυτοκρατορία, εξαντλημένη πια από αιώνες σκληρών αγώνων και εγκαταλελειμμένη από τους δυτικούς συμμάχους της, οι οποίοι ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την πτώση της, υπέκυψε τελικά στη δυσανάλογα μεγαλύτερη οθωμανική δύναμη[4].
ΠΗΓΗ:http://www.istorikathemata.com/2011/02/1204.html